Άρθρο του Γ. Κανδύλη, αρχική δημοσίευση στις 13 Φεβρουαρίου 2026 στην Εφημερίδα των Συντακτών .
Την προηγούμενη εβδομάδα υπερψηφίστηκε στη Βουλή το νομοσχέδιο του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου με τίτλο «Προώθηση πολιτικών νόμιμης μετανάστευσης». Ανάμεσα στις διατάξεις του, περιλαμβάνονται προβλέψεις για αυξημένες ποινές κάθειρξης και μεγαλύτερα χρηματικά πρόστιμα για τα αδικήματα της «διευκόλυνσης» της παράτυπης εισόδου και της παράνομης παραμονής μεταναστών στη χώρα, όταν οι καταδικασθέντες είναι μέλη μη κυβερνητικών οργανώσεων (ΜΚΟ) ή δρουν από κοινού με άλλους. Επιπλέον, προβλέπεται η δυνατότητα διαγραφής μιας ΜΚΟ από το μητρώο που τηρεί το υπουργείο (και το οποίο δίνει πρόσβαση σε δημόσιες χρηματοδοτήσεις και στους χώρους ευθύνης του), απλά και μόνο αν μέλος της κατηγορηθεί για κάτι από τα παραπάνω, χωρίς δηλαδή να χρειάζεται καν καταδικαστική απόφαση.
Σύμφωνα με πολλές οργανώσεις, πρόκειται για την ενίσχυση μιας επιχείρησης ποινικοποίησης της δράσης τους και γενικότερα της αλληλεγγύης προς πρόσφυγες και μετανάστες, που κρατάει εδώ και καιρό. Στη σχετική διαβούλευση, η οργάνωση Refugee Support Aegean παρατήρησε ότι οι νέες διατάξεις «συνιστούν ακραία πράξη κρατικού εκφοβισμού και προσβάλλουν τις βασικές αρχές του κράτους δικαίου».
Αλλωστε, σε δηλώσεις του τον περασμένο Αύγουστο, ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου στοχοποίησε τις ΜΚΟ για τη νομική βοήθεια που παρείχαν σε πρόσωπα που έφταναν με βάρκες στην Κρήτη, στη διάρκεια της τρίμηνης αναστολής ασύλου που αποφάσισε η ελληνική κυβέρνηση.
Μόλις τον Ιανουάριο του 2026 αθωώθηκαν οριστικά στο δικαστήριο οι 24 εθελοντές διασώστες που λόγω της δράσης τους στη θάλασσα κατηγορήθηκαν το 2018 για διευκόλυνση εισόδoυ αλλά και για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, ξέπλυμα μαύρου χρήματος, ακόμα και κατασκοπία. Ανάμεσά τους η Σύρα πρόσφυγας Σάρα Μαρντίνι, που είχε άλλοτε φτάσει κολυμπώντας με την αδερφή της στις ακτές της Λέσβου, και η οποία μάλιστα προφυλακίστηκε για την υπόθεση αυτή για περισσότερους από τρεις μήνες. Χρειάστηκαν περισσότερα από εφτά χρόνια δικαστικής περιπέτειας για να δικαιωθούν, κάτι που ακούστηκε στα μέσα ενημέρωσης πολύ λιγότερο από τις αρχικές κατηγορίες. Παρά την τελική δικαίωση, η οργάνωση ECRI στην οποία συμμετείχαν οδηγήθηκε εν τω μεταξύ σε διάλυση: ακόμα και τα διαδικτυακά ίχνη της μόλις που εντοπίζονται πλέον.
Τη νύχτα πριν από την κατάθεση του νομοσχεδίου στη Βουλή, δεκαπέντε άνθρωποι βρήκαν τον θάνατο και αρκετοί άλλοι τραυματίστηκαν σοβαρά στο εξαιρετικά βίαιο περιστατικό που περιγράφηκε ως σύγκρουση ανάμεσα σε φουσκωτό που μετέφερε μετανάστες και ένα περιπολικό του ελληνικού Λιμενικού, εντός χωρικών υδάτων, κοντά στη Χίο. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, οι ακριβείς συνθήκες παραμένουν επισήμως αδιευκρίνιστες. Οπως και στην περίπτωση του ναυαγίου της Πύλου, το Λιμενικό δήλωσε ότι δεν έχει στην κατοχή του οπτικό υλικό από τα σκάφη του. Ενας ντόπιος δύτης, που κλήθηκε να συνδράμει στην περισυλλογή των νεκρών, περιέγραψε αργότερα αυτό που αντίκρισε. Μίλησε για τα άψυχα βαριά χτυπημένα σώματα που κείτονταν μέσα στη μισοβυθισμένη βάρκα, μια εικόνα την οποία συνόψισε με μία λέξη: «πόλεμος».
Το ελληνικό Λιμενικό έχει βεβαρημένο επιχειρησιακό ιστορικό. Μπορεί το ναυάγιο της Πύλου με τους περισσότερους από 600 νεκρούς να βρίσκεται ακόμα υπό διερεύνηση, με βαριές κατηγορίες να έχουν απαγγελθεί σε αξιωματικούς, ωστόσο μια παλιότερη υπόθεση έχει τελεσιδικήσει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Πρόκειται για το ναυάγιο στο Φαρμακονήσι το 2014, στο οποίο έχασαν τη ζωή τους έντεκα άνθρωποι. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ελληνικές αρχές δεν είχαν κάνει όλα όσα μπορούσαν για την προστασία της ζωής των ναυαγών και επιπλέον ότι προέβησαν σε εξευτελιστική μεταχείριση των επιζώντων. Δεν έκρινε εάν επρόκειτο για παράνομη επιχείρηση επαναπροώθησης, διευκρινίζοντας όμως ότι η ίδια η πλημμελής διερεύνηση της υπόθεσης εκ μέρους των αρχών είχε καταστήσει αδύνατη μια τέτοια κρίση.
Ο Μηχανισμός Καταγραφής Περιστατικών Ατυπων Αναγκαστικών Επιστροφών, που λειτουργεί στην Ελλάδα από το 2022, υπό την ευθύνη της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και με τη συμμετοχή αρκετών ανθρωπιστικών οργανώσεων, καταγράφει στις ετήσιες εκθέσεις του αναφορές για δεκάδες περιστατικά επαναπροωθήσεων, με χιλιάδες φερόμενα θύματα, τόσο στα χερσαία σύνορα Ελλάδας-Τουρκίας όσο και στο Αιγαίο. Διεθνείς ΜΚΟ, όπως το Ευρωπαϊκό Κέντρο Συνταγματικών και Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (ECCHR), επιβεβαιώνουν ότι μια άτυπη αλλά οργανωμένη και συστηματική υποδομή παράνομων επαναπροωθήσεων βρίσκεται εδώ και χρόνια σε λειτουργία στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση διαψεύδει ότι τέτοιες επιχειρήσεις διεξάγονται, προσθέτοντας πάντως ότι η Ελλάδα οφείλει να φυλάσσει τα σύνορά της, που είναι και σύνορα της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Πρόσφατα, άλλος υπουργός της ελληνικής κυβέρνησης προχώρησε λίγο παρακάτω, διερωτώμενος γιατί οι επαναπροωθήσεις πρέπει να είναι παράνομες.
Ανεξάρτητα από τις πράξεις και παραλείψεις που οδήγησαν στο πολύνεκρο περιστατικό της Χίου, είναι σαφές ότι η παρεμπόδιση του έργου των μη κυβερνητικών οργανώσεων πλήττει τη δυνατότητα διερεύνησης και δημοσιοποίησης της συνοριακής βίας των κρατών, παράνομης αλλά και νόμιμης. Η ποινικοποίηση της αλληλεγγύης στρέφεται εναντίον και της δυνατότητας των κοινωνιών να γνωρίζουν τι συμβαίνει καθημερινά στις επικίνδυνες και θανατηφόρες συνοριακές ζώνες. Κλείνει το μάτι σε όσους προτιμούν να κλείνουν τα μάτια.
Φαίνεται ότι η περιγραφή του δύτη από τη Χίο είναι ακριβής και πέρα από το μακάβριο σκηνικό εκείνης της νύχτας. Μέσω των επαναπροωθήσεων, η Ελλάδα και η Ευρώπη διεξάγουν έναν διαρκή πόλεμο χαμηλής έντασης εναντίον της μετανάστευσης. Οπως σε κάθε πόλεμο, η αλήθεια είναι ανάμεσα στα θύματα.